Παρασκευή , 27 Ιανουάριος 2023

Ανδρική υπογονιμότητα: Οι παράγοντες που απειλούν την ποιότητα του σπέρματος

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αποτυχία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 12 μήνες ή περισσότερους, με τακτική σεξουαλική επαφή χωρίς προστασία.

Σήμερα υπολογίζεται πως η υπογονιμότητα επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους σε αναπαραγωγική ηλικία που αναζητούν διάγνωση και θεραπεία των προβλημάτων τους, ώστε να κατορθώσουν να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.

Στο γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα, η υπογονιμότητα οφείλεται συνήθως σε μια σειρά προβλημάτων των ωοθηκών, της μήτρας, των σαλπίγγων και του ενδοκρινικού συστήματος. Στο ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα, η υπογονιμότητα προκαλείται κυρίως από προβλήματα εκσπερμάτισης, από την απουσία ή από τα χαμηλά επίπεδα σπέρματος, από την ανώμαλη μορφολογία του σπέρματος, την ελλιπή κινητικότητα κ.α. Τα επίσημα στατιστικά του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), επισημαίνουν πως ο σημερινός άνδρας έχει 30% χαμηλότερη γονιμοποιητική ικανότητα από τον άνδρας της δεκαετίας του 1960.

Ο Γυναικολόγος Μαιευτήρας Κ. Σφακιανούδης, Ειδικός Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής σημειώνει πως «η υπογονιμότητα σήμερα επηρεάζει περίπου το 15% των ζευγαριών, παγκοσμίως, ενώ στο 50% των περιπτώσεων το πρόβλημα αποδίδεται στον ανδρικό παράγοντα. Είναι γεγονός πως στην Ευρώπη, η ανδρική υπογονιμότητα ανέρχεται στο 7,5%».

Ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα που παρουσίασε ο κ. Κωνσταντίνος Σφακιανούδης στο 2ο διεθνές Συνέδριο Eco-Ευ Ζην – «Οικογένεια και Περιβάλλον: Πυλώνες κοινωνικού πολιτισμού. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην οικογένεια» (15-16.12.2022, Κωνσταντινούπολη/Χάλκη), αναφέρθηκε και σε παράγοντες που ενδέχεται να αποτελέσουν αιτίες για προβλήματα ανδρικής υπογονιμότητας, όπως συγγενείς ανωμαλίες, ορμονικοί και επιγενετικοί παράγοντες, ο γενικότερος τρόπος ζωής κ.α.

Σύμφωνα λοιπόν με τον ειδικό, κάποιοι από τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα του σπέρματος είναι οι εξής:

Έκθεση σε φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα: H χρόνια έκθεση αποδεδειγμένα προκαλεί βλάβη στα σπερματοζωάρια, μεταβολή της λειτουργίας των κυττάρων Sertoli ή Leydig, διαταραχή της ενδοκρινικής λειτουργίας – του θυρεοειδούς αδένα – συντελώντας σε ανδρική υπογονιμότητα.

Φθαλικές ενώσεις: Πρόκειται για ενώσεις που εμπεριέχονται σε φαρμακευτικά προϊόντα, καλλυντικά, κατασκευαστικά υλικά, προϊόντα προσωπικής φροντίδας και τρόφιμα, και εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της κατάποσης, της εισπνοής, από το δέρμα, και οι οποίες έχουν αντιανδρογονική δράση, αυξάνουν το οξειδωτικό στρες στα κύτταρα Leydig μειώνοντας τη σύνθεση της τεστοστερόνης, επηρεάζουν παραμέτρους του σπέρματος προκαλώντας υπογονιμότητα.

Διοξίνες: Aπορροφώνται από τον λιπώδη ιστό και αποθηκεύονται στο σώμα για 7-11 χρόνια. Η έκθεση σε διοξίνες έχει σχετιστεί με μειωμένη συγκέντρωση και κινητικότητα του σπέρματος, μειωμένο αριθμό σπερματοζωαρίων και διατάραξη των προτύπων μεθυλίωσης του DNA οδηγώντας σε επιγενετικές διαταραχές.

Βαρέα μέταλλα: Tα βαρέα μέταλλα όπως το κάδμιο και το βάριο στο αίμα, ο μόλυβδος, το κάρδιο, το βάριο και το ουράνιο στο πλάσμα του σπέρματος, συνεπάγονται αυξημένο κίνδυνο μειωμένης βιωσιμότητας του σπέρματος και πρόκληση μορφολογικών αλλοιώσεων.

Δισφαινόλες: Πρόκειται για προσμίξεις πλαστικού που προκαλούν βλάβη στο DNA του σπέρματος, μιτοχονδριακή δυσλειτουργία και εκφυλισμό, μειωμένη κινητικότητα του σπέρματος και αριθμό σπερματοζωαρίων, καθώς και αυξημένο κίνδυνο ανευπλοειδιών στο σπέρμα,

Ενδοκρινικοί διαταράκτες: Εννοούμε χημικές ουσίες και φυτοφάρμακα που μπορούν να εισχωρήσουν στο έδαφος και τα υπόγεια ύδατα και να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα, ενώ ορισμένα προϊόντα περιέχουν ή συσκευάζονται σε δοχεία που περιέχουν ενδοκρινικούς διαταράκτες, όπως χημικά οικιακής χρήσης, επεξεργασμένα υφάσματα, καλλυντικά, λοσιόν, προϊόντα με άρωμα, αλλά και επεξεργασμένα τρόφιμα που μπορεί να συσσωρεύουν ίχνη ενδοκρινικών διαταρακτών.

Αυξημένος δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) είναι επίσης ένας παράγοντας που επηρεάζει τη συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων ενώ είναι γεγονός πως λειτουργεί αρνητικά και στα επίπεδα των ορμονών του αναπαραγωγικού συστήματος.

Γενικότερος τρόπος ζωής: Πρόκειται για το σύνολο των συνηθειών που έχουν καθιερωθεί για πολλά έτη όπως το κάπνισμα, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, το χρόνιο στρες, η χρήση απαγορευμένων ουσιών, η αλόγιστη χρήση φαρμάκων κ.α. που συμβάλλουν αθροιστικά στην ανδρική υπογονιμότητα.

Αύξηση της θερμοκρασίας: Είναι γεγονός πως η θερμοκρασία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διατήρησης της φυσιολογικής σπερματογένεσης στους όρχεις. Μια αύξηση της θερμοκρασίας στο όσχεο κατά 1-1,5 βαθμών Κελσίου μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη παραγωγή σπέρματος και μορφολογικές ανωμαλίες του σπέρματος (ολιγοζωοσπερμία, αζωοσπερμία, τερατοσπερμία), ενώ η έκθεση στην ακτινοβολούμενη θερμότητα (π.χ εργαζόμενοι σε φούρνους, αρτοποιεία, εργοστάσια, άτομα που εργάζονται σε κουζίνες, καταστήματα στεγνού καθαρισμού) μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θερμορυθμιστικής λειτουργίας του όσχεου επηρεάζοντας την ποιότητα του σπέρματος.

Η έγκαιρη διάγνωση των ζητημάτων που σχετίζονται με την ανδρική υπογονιμότητα είναι κομβικής σημασίας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, ώστε να προσεγγίσουμε τον στόχο της δημιουργίας της οικογένειας, έχοντας σύμμαχο τον χρόνο.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.sfakianoudis.gr ή επικοινωνήστε με το κ. Σφακιανούδη Κωνσταντίνο, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, στο 210 6565112 (Facebook | Instagram)

Info

Ο Κωνσταντίνος Σφακιανούδης αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών και ειδικεύθηκε στη Μαιευτική-Γυναικολογία στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Βρυξελλών CHU ST PIERRE.

Παράλληλα, εξειδικεύτηκε στην λαπαροσκοπική χειρουργική στο διεθνούς φήμης κέντρο CLERMONT-FERRAND της Γαλλίας από όπου και κατέχει το Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Γυναικολογικής Ενδοσκόπησης και για το διάστημα 2007-2009 ήταν υπεύθυνος του Χειρουργικού τομέα Day-Clinic στη νοσοκομείο Hopital d Ixelles των Βρυξελλών.

Εξειδικεύτηκε στην Εξωσωματική Γονιμοποίηση στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο CHU ST PIERRE Βρυξελλών και στην Ανδρική Υπογονιμότητα στα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία του Montpelier και της Toulouse.




Πηγή