Πέμπτη , 18 Απρίλιος 2024

Ανορεξία στους άνδρες: Τι πρέπει να γνωρίζετε

Η ανορεξία δεν είναι μια διαταραχή που αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες, επισημαίνουν Καναδοί ερευνητές, οι οποίοι θέλουν να ευαισθητοποιήσουν το κοινό ότι πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει σοβαρά και τα αγόρια και τους άνδρες.

«Η έγκαιρη αναγνώριση και η άμεση θεραπεία είναι απαραίτητες», έγραψαν οι ερευνητές με επικεφαλής τον Δρα Basil Kadoura, ειδικό στην υγεία των εφήβων στο Νοσοκομείο Παίδων της Βρετανικής Κολομβίας και στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, στο Βανκούβερ.

Περίπου το 0,3% των ανδρών διαγιγνώσκονται με νευρική ανορεξία, με κάποιους από αυτούς να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα παιδιά που «ασχολούνται με αθλήματα που επικεντρώνονται στο σώμα και τη δύναμη, όπως είναι η ποδηλασία, το τρέξιμο και η πάλη».

Λόγω της άγνοιας και του στίγματος που περιβάλλει τις διατροφικές διαταραχές στους άνδρες, πάρα πολλοί πάσχοντες διαγιγνώσκονται πολύ αργά, τονίζουν οι ειδικοί.

Υπάρχουν θέματα που μπορεί να παραπέμπουν σε ανορεξία στους άνδρες. Για παράδειγμα ο έλεγχος για στόχους και συμπεριφορές που ενισχύουν τους μυς είναι σημαντικός για την αξιολόγηση της νευρικής ανορεξίας.

Άλλα προειδοποιητικά σημάδια περιλαμβάνουν αλλαγές στη διατροφή, εμετό, υπερβολική άσκηση και χρήση συμπληρωμάτων και αναβολικών στεροειδών.

Εάν η ανορεξία εξελίσσεται χωρίς διάγνωση και θεραπεία, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρές. Σε αυτές περιλαμβάνονται ασταθή ζωτικά σημεία, βραδύτερος από το φυσιολογικό καρδιακός ρυθμός, ανισορροπία ηλεκτρολυτών και άλλα προβλήματα υγείας.

Για τους εφήβους και των δύο φύλων, η θεραπεία που περιλαμβάνει τους γονείς είναι συχνά η πιο αποτελεσματική.

«Τα περισσότερα αγόρια στην εφηβεία με νευρική ανορεξία μπορούν να αντιμετωπιστούν ως εξωτερικοί ασθενείς με θεραπεία με βάση την οικογένεια και συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Ωστόσο, ορισμένοι έφηβοι μπορεί να χρειαστούν θεραπεία στο νοσοκομείο», αναφέρουν οι ειδικοί.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Canadian Medical Association Journal.


Πηγή