Τρίτη , 29 Νοέμβριος 2022

Η επιθυμία για λιπαρά τρόφιμα εντοπίζεται στη σύνδεση εντέρου – εγκεφάλου, σύμφωνα με έρευνα

Η σύνδεση μεταξύ του εντέρου και του εγκεφάλου είναι αυτή που μας οδηγεί στη λαχτάρα για κατανάλωση λιπαρών τροφίμων, παρόλο που όλοι γνωρίζουμε ότι κάνουν κακό στην υγεία.

Ένα άτομο που κάνει δίαιτα ή διατροφή προσπαθεί να αντισταθεί στην επιθυμία του να καταναλώσει λιπαρά τρόφιμα. Άλλωστε, είναι πραγματικά δύσκολο να μην υποκύψεις στη θέα ενός παγωτού ή ενός λαχταριστού γλυκού και είναι κάτι που όλοι μας το έχουμε νιώσει. Μια νέα έρευνα που αναζητά την πηγή της όρεξης μάς αποκαλύπτει ότι η σύνδεση μεταξύ του εντέρου και του εγκεφάλου οδηγεί στη λαχτάρα για κατανάλωση λιπαρών τροφίμων.

Στο Ινστιτούτο Zuckerman του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, επιστήμονες που μελέτησαν ποντίκια στο εργαστήριό τους διαπίστωσαν ότι το λίπος που εισέρχεται στα έντερα ενεργοποιεί ένα σήμα το οποίο μεταφέρεται στον εγκέφαλο. Το εν λόγω σήμα είναι αυτό που προκαλεί την επιθυμία για λιπαρά τρόφιμα.

Αυτή η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature επιχειρεί να εξηγήσει τη σύνδεση εντέρου-εγκεφάλου, προκειμένου να συμβάλει στην αντιμετώπιση της επιθυμίας του ανθρώπου για υπερκατανάλωση φαγητού.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο;

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η γλυκόζη ενεργοποιεί ένα συγκεκριμένο κύκλωμα που επικοινωνεί με τον εγκέφαλο. Στον αντίποδα, τα τεχνητά γλυκαντικά δεν δημιουργούν αυτό το αποτέλεσμα.

«Η έρευνά μας δείχνει ότι η γλώσσα δίνει σήμα στον εγκέφαλό μας για το τι μας αρέσει, όπως τρόφιμα που έχουν γλυκιά, αλμυρή ή λιπαρή γεύση», είπε ο Δρ. Ζούκερ, ο οποίος είναι καθηγητής βιοχημείας και μοριακής βιοφυσικής και νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Columbia Vagelos College of Physicians and Surgeons.

Ο Ζούκερ στο πλαίσιο της μελέτης του έδωσε στα ποντίκια μπουκάλια νερό με διαλυμένα λίπη, συμπεριλαμβανομένου ενός παράγωγου του σογιέλαιου, και μπουκάλια με νερό που περιείχαν γλυκές ουσίες που δεν επηρεάζουν το έντερο, αλλά είναι ελκυστικά ως προς τη γεύση. Τα τρωκτικά ανέπτυξαν έντονη προτίμηση, σε διάστημα δύο ημερών, για το λιπαρό νερό. Συνέχισαν, μάλιστα, να έχουν αυτήν την προτίμηση ακόμη και όταν οι επιστήμονες τροποποίησαν γενετικά τα ποντίκια.

«Αν και τα τρωκτικά δεν μπορούσαν να γευτούν το λίπος, οδηγήθηκαν να το καταναλώσουν», σχολίασε ο Δρ. Ζούκερ.

Στη συνέχεια, ο Δρ. Λι διαπίστωσε ότι οι νευρώνες στο πνευμονογαστρικό νεύρο, ενεργοποιήθηκαν όταν τα ποντίκια είχαν λίπος στα έντερά τους.

Έχοντας εντοπίσει τους βιολογικούς μηχανισμούς που ευθύνονται για την προτίμηση ενός ποντικού στο λίπος, ο Δρ. Λι εξέτασε προσεκτικά το ίδιο το έντερο και συγκεκριμένα τα ενδοθηλιακά κύτταρα που καλύπτουν τα έντερα. Κατά τη μελέτη του βρήκε δύο ομάδες κυττάρων που έστελναν σήματα στους αγγειακούς νευρώνες ως απάντηση στο λίπος.

«Μια ομάδα κυττάρων λειτουργεί ως γενικός αισθητήρας απαραίτητων θρεπτικών συστατικών, ανταποκρινόμενη όχι μόνο στο λίπος, αλλά και στα σάκχαρα και τα αμινοξέα», δήλωσε ο Δρ. Λι. Στη συνέχεια είπε: «Η άλλη ομάδα ανταποκρίνεται μόνο στο λίπος, βοηθώντας δυνητικά τον εγκέφαλο να διακρίνει τα λίπη από άλλες ουσίες στο έντερο».

Ο τερματισμός της σηματοδότησης εγκεφάλου- εντέρου

Στη συνέχεια, ο Δρ. Λι κατάφερε να αναστείλει τη δραστηριότητα αυτών των κυττάρων με την αρωγή ενός φαρμάκου. Ο τερματισμός της σηματοδότησης από οποιαδήποτε ομάδα κυττάρων εμπόδισε τους αγγειακούς νευρώνες να ανταποκριθούν στο λίπος, στα έντερα. Στη συνέχεια χρησιμοποίησε γενετικές τεχνικές για να απενεργοποιήσει είτε τους ίδιους τους αγγειακούς νευρώνες είτε τους νευρώνες στο cNST. Και στις δύο περιπτώσεις, τα ποντίκια έχασαν την όρεξή τους για λίπος.

«Η υπερκατανάλωση φθηνών, εξαιρετικά επεξεργασμένων τροφίμων πλούσιων σε ζάχαρη και λίπος έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, ειδικά μεταξύ των ανθρώπων χαμηλού εισοδήματος», δήλωσε ο Δρ. Ζούκερ. «Όσο καλύτερα κατανοήσουμε πώς αυτά τα τρόφιμα επηρεάζουν τον βιολογικό μηχανισμό που διέπει τη γεύση και τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου, τόσο περισσότερες ευκαιρίες θα έχουμε να παρέμβουμε».


Πηγή