Κυριακή , 29 Ιανουάριος 2023

Πολλαπλό μυέλωμα: Ο ρόλος του ΔΜΣ στις πιθανότητες επιβίωσης

Το πολλαπλό μυέλωμα είναι ο πιο κοινός τύπος πρωτοπαθούς καρκίνου των οστών.

Η πάθηση αφορά κυρίως τους ηλικιωμένους και σπάνια εκδηλώνεται σε άτομα ηλικίας κάτω των 40 ετών. Τείνει να προσβάλλει πιο συχνά τους άνδρες παρά τις γυναίκες.

Τα κύτταρα του πολλαπλού μυελώματος προέρχονται από μεταλλαγμένα κύτταρα του αίματος, τα πλασματοκύτταρα, τα οποία είναι λευκά αιμοσφαίρια (λεμφοκύτταρα) που εκκρίνουν αντισώματα ως μέρος της ανοσοποιητικής λειτουργίας του οργανισμού. Τα μεταλλαγμένα αυτά πλασματοκύτταρα παράγουν μη φυσιολογικές ποσότητες αντισωμάτων.

Σύμφωνα με νέα μελέτη, τόσο οι λιποβαρείς όσο και οι σοβαρά παχύσαρκοι ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, έχουν μειωμένες πιθανότητες επιβίωσης.

Οι επιστήμονες, με επικεφαλής την Urvi A. Shah, από το Memorial Sloan Kettering Cancer Center στη Νέα Υόρκη, αξιολόγησαν τον αντίκτυπο του δείκτη μάζας σώματος στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) και στη συνολική επιβίωση (OS) ασθενών με πρόσφατη διάγνωση πολλαπλού μυελώματος.

Η ανάλυση περιελάμβανε δεδομένα από 1.142 ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τόσο οι λιποβαρείς ασθενείς, όσο και οι σοβαρά παχύσαρκοι, είχαν χαμηλότερο μέσο ποσοστό επιβίωσης χωρίς εξέλιξη και συνολικής επιβίωσης συγκριτικά με τους ασθενείς που είχαν φυσιολογικό βάρος, ήταν υπέρβαροι ή μέτρια παχύσαρκοι.

Οι λιποβαρείς ασθενείς είχαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε μοντέλα που σχετίζονται με την επιβίωση χωρίς εξέλιξη και τη συνολική επιβίωση ανάλογα με τον ΔΜΣ.

Οι σοβαρά παχύσαρκοι κινδυνεύουν περισσότερο να πεθάνουν λόγω εξέλιξης της νόσου, έναντι ασθενών με φυσιολογικό ΔΜΣ.

Ο κίνδυνος συνολικής επιβίωσης επιδεινώθηκε σε όσους υπήρχαν συννοσηρότητες.

Η αδυναμία συνδέθηκε επίσης με λιγότερες πιθανότητες συνολικής επιβίωσης.

«Απαιτείται περισσότερη κλινική έρευνα για να κατανοήσουμε εάν οι ασθενείς με ακραίο ΔΜΣ μπορούν να επωφεληθούν από τις στρατηγικές διαχείρισης βάρους για τη βελτίωση της υγείας τους», γράφουν οι συγγραφείς.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση Blood Cancer Journal.


Πηγή