Κυριακή , 29 Ιανουάριος 2023

Πώς το ανοσοποιητικό σύστημα επηρεάζει την εγκυμοσύνη

Τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ο ρόλος και η σημασία του ανοσοποιητικού συστήματος, τόσο πάνω στην επιτυχημένη εμφύτευση του εμβρύου, όσο και στην ασφαλή πρόοδο και ανάπτυξή του κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Είναι γνωστό ότι το ανοσοποιητικό σύστημα της κάθε γυναίκας «εξασθενεί» όταν είναι έγκυος, λόγω μιας φυσιολογικής καταστολής του. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα από την μια πλευρά την προστασία του εμβρύου (καθότι λογίζεται από το σώμα της γυναίκας ως ξένο σώμα, και αντιδράει ενάντιά του φυσιολογικά, ειδικά στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης), και από την άλλη, την ευκολία ανάπτυξης ακίνδυνων μικρο-λοιμώξεων σε όλη τη διάρκεια της κύησης.

Αυτή λοιπόν η “φυσιολογική” κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος έχει σαν αποτέλεσμα μία ασφαλή εγκυμοσύνη και ένα υγιές παιδί στις περισσότερες περιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος κάθε εγκύου γυναίκας ενάντια στο έμβρυο δεν περιορίζεται μόνο στα αρχικά στάδια της εμφύτευσης, αλλά συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ενώ πολύ πιθανά παίζει έναν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία έναρξης του τοκετού.

Παρόλα αυτά, σε μερικές γυναίκες, για διάφορους λόγους, το ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν παρουσιάζει την φυσιολογική ανταπόκριση (καταστολή) και συνεχίζει να υπερ-αντιδρά, με αποτέλεσμα την άλλοτε άλλου βαθμού, αλλά σχεδόν συνεχή, επίθεση ενάντια στο έμβρυο.

Οι επιθέσεις έρχονται κατά κύματα και πιθανότατα είναι πιο δυνατές τη νύχτα. Η αντίδραση ξεκινά τη στιγμή της εμφύτευσης και στις περισσότερες περιπτώσεις αναγνωρίζεται με κάποιον τρόπο από τη γυναίκα (συνειδητά ή ασυνείδητα). Ο βαθμός και η έκβαση της αντίδρασης ποικίλλει μεταξύ διαφορετικών κυήσεων της ίδιας γυναίκας, υποδεικνύοντας τη σημασία του εμβρύου σε αυτή την αντίδραση. Έτσι, συνήθως οι γυναίκες με εμφανείς αυτοάνοσες παθήσεις δυσκολεύονται να συλλάβουν και να διατηρήσουν μια εγκυμοσύνη.

Ποιες είναι όμως οι επιπτώσεις ενός ακατάστατου ανοσοποιητικού συστήματος στην εγκυμοσύνη;

Στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης στις περισσότερες περιπτώσεις, η αυξημένη αντίδραση προς το έμβρυο έχει ως αποτέλεσμα μια πρώιμη αποβολή. Μέχρι τότε, το έμβρυο συνήθως παρατηρείται ότι έχει μειωμένη ανάπτυξη στη μήτρα, ανώμαλο σάκο και μη φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό, ενώ η μητέρα παρατηρεί συμπτώματα που μοιάζουν με την περίοδο.

Σε μεταγενέστερα στάδια της εγκυμοσύνης, εάν το έμβρυο επιβιώσει για 12 εβδομάδες, οι πιθανότητες για αποβολή μειώνονται. Ωστόσο, οι συνεχείς επιθέσεις του ανοσοποιητικού ενάντια στον πλακούντα μπορεί να οδηγήσουν σε δυσλειτουργία του πλακούντα και πρόωρη γήρανσή του, με συνακόλουθη ελάττωση του ρυθμού ανάπτυξης του εμβρύου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η μειωμένη ανάπτυξη συνεχίζεται με ποικίλους ρυθμούς, ανάλογα με τον βαθμό της αντίδρασης. Αυτό προκαλεί μια κατάσταση που ονομάζεται IUGR και/ή πρόωρο τοκετό (κυρίως με πρόωρη ρήξη των υμένων) και μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε ενδομήτριο θάνατο κάποιες φορές.

Γενικά, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αυτές οι γυναίκες μπορούν πιο εύκολα να αναπτύξουν αυτοάνοσες επιπλοκές, όπως υψηλή αρτηριακή πίεση, δερματικές αντιδράσεις, συχνά μικρές κολπικές λοιμώξεις, δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, διαβήτη κύησης, προεκλαμψία, σύνδρομο HELLP και εκλαμψία.

Μετά τη γέννηση, το ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο μέχρι εκείνο το σημείο έχει κατασταλεί, ξαφνικά παρουσιάζει μια έξαρση, προκειμένου να επιστρέψει στην προ της εγκυμοσύνης κατάσταση. Αυτή η αντίδραση είναι απαρατήρητη από τις περισσότερες γυναίκες μετά τον τοκετό. Ωστόσο, ορισμένες παρουσιάζουν μια υπερβολική αντίδραση που επηρεάζει το σώμα τους και δυσκολεύει την καθημερινότητά τους. Αυτή η κατάσταση θα υποχωρήσει μετά από μερικούς μήνες. Η ανάρρωση για αυτές τις γυναίκες είναι γενικά πιο δύσκολη και μερικές από αυτές δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στις μητρικές τους υποχρεώσεις τους πρώτους μήνες.

Τα επιβαρυντικά συμπτώματα που παρουσιάζονται συχνά σχετίζονται με τα οστά και τους μύες τους (πόνος και δυσκαμψία), καθώς και με ψυχική κόπωση και άλλες αυτοάνοσες αντιδράσεις (δέρμα και θυρεοειδής).

Παρόλα αυτά, οι γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία που αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της υπογονιμότητας, μένουν σήμερα πιο εύκολα έγκυες, αφού λάβουν θεραπεία για τα αυτοάνοσα προβλήματά τους με συγκεκριμένα φάρμακα (anti TNF) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Συνεπώς, χιλιάδες περιπτώσεις είναι αυτές που αντιμετωπίζονται με επιτυχία πια, περιπτώσεις ατόμων ή ζευγαριών που έμεναν παγιδευμένα σε φαύλους κύκλους προσπαθειών, απλώς και μόνο επειδή δεν λάμβαναν τη σωστή καθοδήγηση που θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημά τους απλά και άμεσα.

Δρ. Δημήτρης Π. Παπανικολάου MD DFFP

Μαιευτήρας-Χειρουργός Γυναικολόγος

Εξειδικευμένος στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και Ενδοσκοπική Χειρουργική

Τέως επιμελητής Πανεπιστημιακού νοσοκομείου Ninewells, Dundee

τ. Κλινικός συνεργάτης του κέντρου London Fertility Centre

τ. Υποδιευθυντής του κέντρου Assisted Reproduction Gynaecology Centre ARGC Λονδίνου

Μέλος της Society of Independent Gynaecologists & Obstetricians (London)


Πηγή