Η Ελλάδα καταγράφει σήμερα ετησίως ελάχιστα κρούσματα ιλαράς.
Πίσω, όμως, από αυτή την εικόνα κρύβεται ένα ανησυχητικό δεδομένο για τη χώρα μας: η εμβολιαστική κάλυψη των παιδιών έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στη δεύτερη δόση του εμβολίου.
Μάλιστα, η ιλαρά δεν αφορά πλέον μόνο τα παιδιά: το 2024, η μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα μεταξύ των κρουσμάτων στη χώρα μας ήταν οι 45 – 64 ετών.
“Τα κενά ανοσίας ανοίγουν ξανά την πόρτα στον ιό”, εξηγεί σήμερα στο iefimerida ο καθηγητής Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, Αθανάσιος Τσακρής, ο οποίος επισημαίνει επίσης ότι “η Ελλάδα δεν έχει περιθώριο εφησυχασμού”.
Σύμφωνα με όσα μας εξηγεί ο Αθανάσιος Τσακρής, λοιπόν, “για δεκαετίες η ιλαρά έμοιαζε να έχει περάσει οριστικά στην ιστορία της ιατρικής. Το εμβόλιο περιόρισε δραματικά αυτή την ασθένεια που, πριν από την εποχή του μαζικού εμβολιασμού, προκαλούσε περίπου 2,6 εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο. Σήμερα, όμως, η εικόνα αλλάζει όχι επειδή ο ιός έγινε πιο επιθετικός, αλλά επειδή δημιουργούνται κενά ανοσίας”.
Τα διεθνή δεδομένα
Πράγματι, το 2025, μόλις το 84% των παιδιών παγκοσμίως έλαβε
την πρώτη δόση του εμβολίου κατά της ιλαράς και το 77% ολοκλήρωσε και τη
δεύτερη. Περίπου 29 εκατομμύρια παιδιά παρέμειναν έτσι ανεπαρκώς προστατευμένα.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) και η UNICEF επισημαίνουν ότι απαιτείται
κάλυψη περίπου στο 95% με δύο δόσεις σε κάθε κοινότητα, ώστε να περιορίζεται
αποτελεσματικά η μετάδοση. Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι 57 χώρες αντιμετώπισαν
το 2025 μεγάλες επιδημίες της νόσου…
Ο Αθανάσιος Τσακρής αναφέρει επίσης ότι “η ίδια η βιολογία
του ιού εξηγεί γιατί ακόμη και σχετικά μικρές ρωγμές στο ‘τείχος της ανοσίας’
μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιδημικές εξάρσεις. Ένα άτομο μπορεί να τον
μεταδίδει από τέσσερις ημέρες πριν από την εμφάνιση του εξανθήματος έως και
τέσσερις ημέρες μετά. Ο ιός μπορεί να παραμείνει ενεργός στον αέρα ακόμη και
για δύο ώρες. Ένα κρούσμα μπορεί να οδηγήσει σε έως 18 δευτερογενείς λοιμώξεις,
ενώ έως εννέα στους δέκα μη εμβολιασμένους οι οποίοι έρχονται σε επαφή με φορέα
ενδέχεται να μολυνθούν”.
Τα φετινά διεθνή δεδομένα δείχνουν πόσο επιταχύνεται η
μετάδοση του ιού της ιλαράς όταν υπάρχουν μεγάλοι πληθυσμοί χωρίς επαρκή
ανοσία. Σύμφωνα πάντα με τον Αθανάσιο Τσακρή, “στο Μπαγκλαντές, αλλά και σε
άλλες χώρες με αδύναμα συστήματα Υγείας έχουν καταγραφεί δεκάδες χιλιάδες
ύποπτα και επιβεβαιωμένα κρούσματα, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, έως τις 24
Σεπτεμβρίου, τα επιβεβαιωμένα κρούσματα ήταν 3.659, έναντι 2.289 για ολόκληρο
το 2025. Την ίδια ώρα, η εμβολιαστική κάλυψη με το MMR (το τριπλό εμβόλιο κατά
της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς) στα παιδιά του νηπιαγωγείου
υποχώρησε στο 92,4% για το σχολικό έτος 2025 – 2026, από 95,2% για το 2019 –
2020”.
Και ο καθηγητής συνεχίζει: “Η Ευρώπη αποτελεί ένα ακόμη
χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2024 καταγράφηκαν περίπου 127.000 κρούσματα της
νόσου, ο υψηλότερος αριθμός από το 1997, και 38 θάνατοι. Περισσότεροι από τους
μισούς ασθενείς χρειάστηκαν νοσηλεία σε νοσοκομείο. Το 2025 η εικόνα βελτιώθηκε
σημαντικά, όμως η μετάδοση δεν σταμάτησε και τα κενά εμβολιασμού παραμένουν”.
Η κατάσταση στην Ελλάδα -Η ιλαρά δεν αφορά μόνο τα παιδιά
Την ίδια στιγμή και σύμφωνα με τα σχετικά επιδημιολογικά
στοιχεία, τα οποία αναφέρει ο Αθανάσιος Τσακρής στο iefimerida, “στην Ελλάδα, το 2024
καταγράφηκαν 38 περιστατικά και κανένας θάνατος, ενώ το 2025 μόλις τέσσερα
κρούσματα και κανένας θάνατος. Οι αριθμοί ίσως φαίνονται καθησυχαστικοί, στην
πραγματικότητα όμως δεν πρέπει να οδηγήσουν σε εφησυχασμό. Σύμφωνα με στοιχεία
από εκτιμήσεις του ΠΟΥ, της UNICEF και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και
Πρόληψης των Νοσημάτων (ECDC), η κάλυψη των παιδιών στη χώρα μας με την πρώτη
δόση μειώθηκε από 97% για το 2019 σε 91% για το 2024, ενώ, με τη δεύτερη, από
76% σε 71%, αντίστοιχα. Φαίνεται ότι ολοένα και πιο συχνά οι Έλληνες γονείς
αμελούν τις επαναληπτικές δόσεις ή υποτιμούν τη σημασία τους. Αν αυτή η πτωτική
πορεία δεν ανακοπεί, οι αναζωπυρώσεις της νόσου, όπως αυτή του 2017 – 2018,
κατά την οποία καταγράφηκαν περισσότερα από 3.000 περιστατικά, θα είναι όλο και
πιο έντονες και απειλητικές”.
Όμως, υπάρχει μια λεπτομέρεια, την οποία επισημαίνει ο
Αθανάσιος Τσακρής, και αξίζει να κρατήσουμε: “Η ιλαρά δεν αφορά μόνο τα παιδιά.
Στην Ελλάδα, το 2024, η μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα μεταξύ των νοσούντων ήταν οι
45 – 64 ετών, ενώ ακολουθούσαν οι 25 – 44 ετών. Παράλληλα, το 30% των
κρουσμάτων αφορούσε εργαζομένους σε μονάδες Υγείας οι οποίοι ήταν ανεμβολίαστοι
ή ατελώς εμβολιασμένοι”.
Ασφαλώς, η ιλαρά δεν είναι μια “αθώα” παιδική ασθένεια, όπως
πολλοί νομίζουν. Προκαλεί πυρετό, βήχα, καταρροή, επιπεφυκίτιδα και
χαρακτηριστικό εξάνθημα, ενώ μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονία, εγκεφαλίτιδα και,
σε ορισμένες περιπτώσεις, θάνατο. Σε κάποιες περιπτώσεις προκαλεί “ανοσολογική
αμνησία”, αποδυναμώνοντας την προστασία απέναντι σε λοιμώξεις που ο οργανισμός
είχε ήδη αντιμετωπίσει, ενώ υπάρχει και η σπάνια και θανατηφόρα υποξεία
σκληρυντική πανεγκεφαλίτιδα, η οποία ενδέχεται να εμφανιστεί ακόμα και… 7 –
10 χρόνια μετά τη λοίμωξη.
Εν κατακλείδι, ο Αθανάσιος Τσακρής μας εξηγεί ότι “η ιστορία
της ιλαράς ενέχει μια ειρωνεία. Η επιτυχία του εμβολίου, με την οποία η
επιστήμη την νίκησε, την έκανε να μοιάζει μακρινή: από το 2000 έως το 2024
εκτιμάται ότι απέτρεψε σχεδόν 59 εκατομμύρια θανάτους. Σήμερα, λοιπόν, η
πρόκληση δεν είναι να ανακαλύψουμε ξανά πώς νικιέται η ιλαρά. Αυτό το
γνωρίζουμε ήδη και, μάλιστα, καλά. Το ζητούμενο είναι να διατηρηθεί η ανοσία σε
αρκετά υψηλά επίπεδα, ώστε ο ιός να μην ξαναβρεί τον χώρο που έχασε, χάρη στον
εμβολιασμό”.
Ποια είναι η νόσος
Η ιλαρά είναι μία ιογενής λοίμωξη του αναπνευστικού
συστήματος, η οποία προκαλείται από τον ιό της ιλαράς, του γένους
Morbillivirus. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα, καταρροή, κοκκίνισμα
των ματιών και, γενικά, ένα χαρακτηριστικό κηλιδοβλατιδώδες, ερυθηματώδες
εξάνθημα.
Συχνές επιπλοκές της ιλαράς είναι η διάρροια, η φλεγμονή του μέσου ωτός και η πνευμονία, ενώ η ιλαρά μπορεί να προκαλέσει παροδική καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος και να αυξήσει την ευαισθησία σε άλλες λοιμώξεις. Λιγότερο συχνές, αλλά σοβαρές επιπλοκές είναι η εγκεφαλίτιδα, η τύφλωση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο θάνατος.
Η ιλαρά μεταδίδεται εξαιρετικά εύκολα μέσω του αέρα και των αναπνευστικών εκκρίσεων ενός μολυσμένου ατόμου. Περίπου 9 στους 10 ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν ανοσία και εκτίθενται σε μολυσμένο άτομο μπορεί να νοσήσουν.
Πηγή
Daily-News.GR Η Καθημερινή σας ενημέρωση – dailynews.gr
