Τετάρτη , 29 Ιούνιος 2022

Ο Ανδρουλάκης, η αυτοδυναμία και τα εκλογικά σενάρια | ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το 2022 δεν ξεκινάει όπως θα ήθελε το Μέγαρο Μαξίμου και αυτό δεν οφείλεται στη θετική διάγνωση με κορωνοιό του Άκη Σκέρτσου.

Η πανδημία όχι μόνο δεν εξαντλεί το τελευταίο μίλι της, όπως έχει διακηρύξει επανειλημμένως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά αποτελεί έναν ισχυρό κρίκο σε μια αλυσίδα προβλημάτων και προκλήσεων που φέρνει η νέα χρονιά. Είναι τόσος ο προβληματισμός στο εσωτερικό της κυβέρνησης, ώστε παρότι ο Πρωθυπουργός επιμένει ότι θα εξαντλήσει την τετραετία, τα εκλογικά σενάρια δίνουν και παίρνουν.

Ο εκλογικός νόμος που ψήφισε τον Ιανουάριο του 2020 η Νέα Δημοκρατία μαζί με την Ελληνική Λύση, βρίσκεται στο κέντρο κάθε πολιτικής συζήτησης, εξαιτίας του υψηλού ποσοστού (38%), που χρειάζεται το πρώτο κόμμα για να είναι αυτοδύναμο. Η συζήτηση φούντωσε εξαιτίας της κυβερνητικής φθοράς που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις και της εισόδου στο πολιτικό σκηνικό ενός νέου και άγνωστου παίκτη, του Νίκου Ανδρουλάκη. Η εκλογή του στην ηγεσία του ΠαΣοΚ – Κίνημα Αλλαγής, προσθέτει μια καινούργια μεταβλητή στην εξίσωση και παρότι είναι νωρίς ακόμα να αποτιμηθεί η σημασία της, έχει ερεθίσει τα αντανακλαστικά τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και της Νέας Δημοκρατίας.

Έχει ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, όχι όμως στο Μέγαρο Μαξίμου, γίνονται συζητήσεις ακόμα και για την αλλαγή του εκλογικού νόμου, παρόλο που όλοι αντιλαμβάνονται τη δυσκολία να δικαιολογήσει η κυβέρνηση γιατί πρέπει να αλλάξει τον νόμο που η ίδια ψήφισε πριν από δύο χρόνια.

Το σενάριο αυτό υποδαυλίζεται από τον φόβο ότι αν ο κ. Ανδρουλάκης, ασκήσει μια συνεκτική και ισορροπημένη αντιπολίτευση, θα απορροφήσει δυνάμεις και από τη Νέα Δημοκρατία, η οποία ενδέχεται να χάσει και ένα ποσοστό προς τα δεξιά της, και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι εκλογές της απλής αναλογικής θεωρούνται κρίσιμες για το πως θα διαμορφωθεί ο συσχετισμός των δυνάμεων.

Από την πανδημική κρίση και το κύμα ακρίβειας μέχρι τα ελληνοτουρκικά, όλα τα μονοπάτια μοιάζουν δύσβατα για την κυβέρνηση, η οποία παρά τη δημοσκοπική υπεροχή της εμφανίζει ανησυχητικά σημάδια φθοράς. Αν η δυσαρέσκεια παγιωθεί και διαρραγεί η σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, τότε μπορεί η κυβέρνηση να βλέπει το ποσοστό της να συρρικνώνεται ακόμα και αν η απόδοση της βελτιώνεται. Αυτή η παγίδα προβληματίζει πολλά κυβερνητικά στελέχη, διότι μπορεί δυνητικά να της στερήσει την αυτοδυναμία.

Καθοριστικός παράγοντας των πολιτικών εξελίξεων, θα είναι το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, εφόσον η νέα ηγεσία τους δεν διαψεύσει τις προσδοκίες. Στην περίπτωση που το ΠαΣοΚ – Κίνημα Αλλαγής αυξήσει το ποσοστό που του δίνουν τώρα οι δημοσκοπήσεις, στην Βουλή της απλής αναλογικής και εκλέξει 46 βουλευτές, θεωρείται βέβαιο ότι το ποσοστό του θα εκτοξευτεί στην αναμέτρηση που θα ακολουθήσει.

Στην κυβέρνηση επιμένουν να λένε δημοσίως ότι «ο Ανδρουλάκης αποτελεί κυρίως πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ». Όμως, τα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Από τα αριστερά επαναπατρίζονται στο ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, πρώην ψηφοφόροι του, οι οποίοι μετακινήθηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια απομακρύνθηκαν από αυτόν.

Πρόκειται, δηλαδή, για πολιτικά άστεγους αριστερούς που επενδύουν την προσδοκία τους στον κ. Ανδρουλάκη, ο οποίος αυτή τη στιγμή είναι ο πιο άφθαρτος πολιτικός αρχηγός. Υπάρχει μια επιπλέον δεξαμενή ψηφοφόρων, που προς το παρόν δεν απομακρύνονται από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά λοξοκοιτάζουν προς το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής και θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις ποιο κόμμα θα στηρίξουν στις εκλογές. Σε αυτή τη φάση ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει αδυναμία να ασκήσει ελκυστική αντιπολίτευση και να συνομιλήσει προνομιακά με την κοινωνία.

Αντιθέτως, ο κ. Ανδρουλάκης, εμφανίζει μια πολλά υποσχόμενη διείσδυση στον χώρο του Κέντρου, από όπου με την εκλογή του και μόνο, «έκοψε» μια μονάδα από το ποσοστό της ΝΔ. Πράγμα που δείχνει ότι η αίγλη του κ. Μητσοτάκη στον συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος του έδωσε τον αέρα της νίκης το 2019, ξεθωριάζει, όπως και η προοπτική της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας στις επαναληπτικές εκλογές.

Ψυχραιμότεροι αναλυτές δεν μένουν στην εικόνα της στιγμής. Κατά τη δική τους προσέγγιση, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής θα πρέπει να δείξει την αξία του για να επιβεβαιωθούν τα παραπάνω σενάρια. Αλλά ακόμα και αν το ποσοστό του κόμματος του ενισχυθεί σημαντικά, εκτιμούν ότι παρά την μεγάλη πίεση που θα του ασκηθεί, ο κ. Ανδρουλάκης δεν έχει κανέναν λόγο να σπεύσει σε μια συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, και να επωμισθεί την αναμενόμενη φθορά, όντας νεοεκλεγμένος πολιτικός αρχηγός στο Κοινοβούλιο.

Ίσως, μάλιστα, η ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της απλής αναλογικής, σημειώνουν, να βολεύει πολιτικά και τον κ. Μητσοτάκη και τον κ. Ανδρουλάκη. Σε αυτή την περίπτωση ο Αλέξης Τσίπρας, θα έχει υποστεί μια βαριά ήττα και θα στερηθεί ακόμα και το επιχείρημα της προοδευτικής διακυβέρνησης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, θα «κάψει» το σενάριο της συγκυβέρνησης με τον Κυριάκο Βελόπουλο, τα ποσοστά του οποίου ούτως ή άλλως δεν θα αρκούν για τον σχηματισμό κυβέρνησης και θα πιέσει ασφυκτικά το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης, το πιθανότερο είναι να αρνηθεί τη συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, εφόσον η εμπειρία δείχνει ότι το μικρότερο κόμμα απορροφάται από το μεγαλύτερο στις κυβερνήσεις συνεργασίας. Θα υποστεί φθορά, η οποία, μπορεί να αποδειχθεί πρόσκαιρη και ο ίδιος ως νέος αρχηγός θα έχει τον χρόνο να ισχυροποιήσει τη θέση του στην αντιπολίτευση. Απορρίπτοντας τη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να δώσουν οι πολίτες αυτοδυναμία στον κ. Μητσοτάκη, που θα την διεκδικεί, προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση και να μην μπει η χώρα σε ακυβερνησία και σε περιπέτειες.

Ο Πρωθυπουργός μπορεί να αξιώσεις να διεκδικήσει δεύτερη θητεία. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να διεκδικήσει και τρίτη. Εκεί μπορεί να ποντάρει τα λεφτά του ο κ. Ανδρουλάκης, αν καταφέρει να ισχυροποιήσει τη θέση του στην αντιπολίτευση, δεδομένου ότι μια ακόμα ήττα του κ. Τσίπρα σε εκλογές, θα δρομολογήσει εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα χρειαστεί να επαναπροσδιορίσει την φυσιογνωμία του, ίσως με νέα ηγεσία.

Τα παραπάνω σενάρια δεν αναπτύσσονται στο κενό. Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι καθοριστικοί για την κυβέρνηση, η οποία αδυνατεί να παρουσιάσει ένα θετικό αφήγημα και να ξεφύγει από τα γεγονότα και τη διαχείριση τους. Το προσεχές διάστημα θα κορυφωθεί το κύμα της Όμικρον και ο αριθμός των κρουσμάτων αναμένεται να εκτοξευτεί. Πλέον δεν υπάρχει καμία οικογένεια που να μην έχει πληγεί από τον κορονοιό στον άμεσο ή στον ευρύτερο κύκλο της. Οι εντυπώσεις για την κυβέρνηση, όμως, θα κριθούν στην αντοχή του ΕΣΥ. Με το προσωπικό των νοσοκομείων να βρίσκεται στα όρια του, αν υπάρξει ανάγκη για πολλές νοσηλείες σε μικρό χρονικό διάστημα και καταρρεύσουν οι ΜΕΘ, η κατάσταση θα είναι πολύ δύσκολα ανατάξιμη.

Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν επιβεβαιώνονται τα κακά σενάρια. Ο υψηλός αριθμός κρουσμάτων, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, δεν έχει αυξήσει αναλογικά τις εισαγωγές στις ΜΕΘ. Επιπλέον, για απλές νοσηλείες Covid το υπουργείο Υγείας έχει επιτάξει 2.000 κλίνες από τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να αποσυμφορηθεί το ΕΣΥ.

Κανένας, βέβαια, δεν εφησυχάζει καθώς η απειλή μιας ακόμα μολυσματικής μετάλλαξης δεν έχει εκλείψει. Ούτε μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια τι συνέπειες θα έχει το άνοιγμα των σχολείων ή αν οι δημόσιες υπηρεσίες θα βρεθούν σε ημιπαραλυσία, δεδομένης της εκτίμησης ότι τους προσεχείς δύο μήνες το 40% του πληθυσμού θα βρεθεί θετικό στον κορονοιό και θα χρειαστεί να μπει σε τουλάχιστον πενθήμερη καραντίνα.

Σε αυτή την εικόνα, προστίθεται η δυσαρέσκεια των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, επειδή τα μέτρα για την «πανδημία των ανεμβολίαστων», όπως την χαρακτήριζε ο Πρωθυπουργός, πλήττουν τελικά τους τριπλά εμβολιασμένους, με την έννοια ότι έχει πέσει πολύ η κίνηση στην αγορά και στην εστίαση.

Χρήματα για επιδόματα, όπως αυτά που δόθηκαν στο πρώτο και στο δεύτερο κύμα της πανδημίας, δεν υπάρχουν. Αλλά και αν υπήρχαν, πιθανότατα θα διοχετεύονταν στην «οικονομία της καθημερινότητας». Με το κύμα της ακρίβειας να σαρώνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, και την τιμή του ρεύματος να θέτει σε κίνδυνο επιβίωσης μικρές, αλλά ενεργοβόρες, επιχειρήσεις, η κυβέρνηση θα πιεστεί πολύ, χωρίς να έχει στα χέρια της ισχυρά όπλα για να αναχαιτίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια.

Οι παρεμβάσεις που μπορεί να γίνουν είναι πολύ περιορισμένες, ομολογούν στην κυβέρνηση, γιατί η ενεργειακή κρίση δεν είναι ελληνική, είναι παγκόσμια και πανευρωπαϊκή, και το τέλος της δεν είναι ορατό. Ελπίζουν, όμως, ότι αν καταφέρουν να περάσουν με διαχειρίσιμες ζημιές τον ύφαλο, τα πράγματα στη συνέχεια θα βελτιωθούν. Η συνολικότερη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι καλή, η ύφεση συγκρατήθηκε το 2020 και το 2021, οι τράπεζες απαλλάχθηκαν από τα κόκκινα δάνεια και στέκονται πλέον στα πόδια τους, οι επενδύσεις αυξάνονται και οι αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας δεν έχουν καμφθεί.
Επιπλέον, τα χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ που είναι κοντά στα 70 δισεκατομμύρια ευρώ, εφόσον απορροφηθούν, θα αλλάξουν το κλίμα, ενώ οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν από τις μνημονιακές κυβερνήσεις, αλλά εγκαταλείφθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν πρόλαβαν να εφαρμοστούν από τη Νέα Δημοκρατία, μπορούν να ανοίξουν κι άλλο την οικονομία. Αν, επιπλέον, οι οίκοι αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, ανεβάσουν τελικά την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒB minus, που είναι επενδυτική βαθμίδα, τότε θα διαμορφωθούν συνθήκες ταχύτατης ανάπτυξης της οικονομίας.

Στην παρούσα φάση όλα τα σενάρια είναι ανοιχτά και οι εξελίξεις θα εξαρτηθούν από τις ικανότητες και τις αντοχές των βασικών παικτών, που πλέον είναι τρεις: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης.


Πηγή