Σάββατο , 3 Οκτώβριος 2026

Σαφές μήνυμα Μητσοτάκη για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: Δεν δεχόμαστε να δανειστούμε τους δικούς μας θησαυρούς

Μήνυμα στη Βρετανία για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα έστειλε σήμερα ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, από τη Θεσσαλονίκη, κατά την υπογραφή της ιστορικής συμφωνίας για την ανταλλαγή κειμηλίων Ελλάδας και Βουλγαρίας.

Ο πρωθυπουργός έστειλε σαφές μήνυμα ότι διευθετήσεις που θα αποδέχονται τις δηλώσεις ξένης κυριαρχίας στα Γλυπτά δεν θα γίνουν δεκτές. Όπως δεν θα γίνει δεκτός και ο δανεισμός.

«Τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου»

Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του από τη Θεσσαλονίκη τόνισε πως ήρθε η ώρα για την «αποκατάσταση αισθητικής, νοηματικής ακεραιότητας ενός πραγματικά οικουμενικού μνημείου το οποίο δυστυχώς παραμένει βίαια διαμελισμένο. Με άλλα λόγια, τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να συνυπάρχουν και να εκτίθενται μαζί, διατηρώντας την άμεση οπτική επαφή με τον Βράχο για τον οποίο σμιλεύτηκαν, κάτι που ήρθε να υπηρετήσει το Μουσείο της Ακρόπολης. Για τον λόγο αυτό θα επαναλάβω ότι η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί, τάχα, τους δικούς της θησαυρούς.
Ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης, αλλά και της ηθικής».

Ολόκληρη η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη

“Τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους και της αναπόσπαστης φύσης τους ως συνόλου”, δήλωσε ο πρωθυπουργος Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας παρουσία και του πρωθυπουργού της Βουλγαρίας, Ρούμεν Ράντεφ, στην τελετή υπογραφής πρωτοκόλλου για την παράδοση-παραλαβή κειμηλίων μεταξύ των δύο χωρών, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.

“Θεμελιώνουμε κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή πολιτιστική ανταλλαγή”, είπε και εξέφρασε την πεποίθηση ότι η συνεργασία θα συνεχιστεί για την επιστροφή και άλλων κειμηλίων.

«Ο επαναπατρισμός σπουδαίων κειμηλίων της συλλογικής μνήμης, σε Ελλάδα και Βουλγαρία, μετατρέπει τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος σε “γέφυρες” ενός κοινού μέλλοντος», σημείωσε ο πρωθυπουργός

“Είναι η ίδια ακριβώς αυτή η αρχή η αρχή της ακεραιότητας του μνημείου που διαπερνά και την προσπάθειά μας συνεχή προσπάθεια μας για την επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα”, είπε και πρόσθεσε:

Ταυτόχρονα ο κ. Μητσοτάκης έστειλε μήνυμα και για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: “Η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς. Αντίθετα, θεωρεί πια ότι ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής της δικαιοσύνης, αλλά και της ηθικής”.

Οι συζητήσεις για την επιστροφή των κειμηλίων άρχισαν πριν από περίπου μισό αιώνα, από τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας Τεοντόρ Ζίβκοφ, αλλά ολοκληρώθηκαν τώρα, διότι ξεπεράστηκαν αγκυλώσεις του παρελθόντος, τόνισε ο κ. Μητσοτάκης.

Αναφερόμενος στις σχέσεις Ελλάδας- Βουλγαρίας είπε: “Δεν ωραιοποιούμε την ιστορία ούτε και πρέπει να τη διαγράφουμε. Οφείλουμε, ωστόσο, να διδασκόμαστε από τις σκοτεινές της σελίδες, προκρίνοντας όσα μας ενώνουν, την κοινή πολιτιστική και θρησκευτική μας ρίζα, την αμοιβαία αναγνώριση της ταυτότητας του άλλου, αλλά, κυρίως, το κοινό μας αύριο σε μία Ευρώπη ανάπτυξης και ευημερίας.

Σε έναν κόσμο ταραγμένο ας κάνουμε, λοιπόν, τη συνεργασία μας παράδειγμα ασφάλειας, σταθερότητας και προόδου και τη σημερινή συμφωνία το πρώτο βήμα μιας σφραγίδας σε αυτήν την αισιόδοξη επιλογή”.

Το Πρωτόκολλο υπέγραψαν οι υπουργοί Πολιτισμού της Ελλάδας Λίνα Μενδώνη και της Βουλγαρίας Εφτίμ Μιλόσεφ.

Πριν την έναρξη της εκδήλωσης ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεναγήθηκε στην έκθεση των κειμηλίων που επιστράφηκαν από τη Βουλγαρία. Η έκθεση αυτή φιλοξενείται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και θα λειτουργήσει μέχρι τις 5 Νοεμβρίου.

Πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Ρούμεν Ράντεφ: “Οι κοινές προσπάθειες μας επέτρεψαν να αφήσουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος και να δημιουργήσουμε μία σχέση αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας”

“Οι κοινές προσπάθειες μας επέτρεψαν να αφήσουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος και να δημιουργήσουμε μία σχέση αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας”, επισήμανε ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Ρούμεν Ράντεφ, κατά την ομιλία του στην εκδήλωση για την υπογραφή του Πρωτοκόλλου για την ανταλλαγή κειμηλίων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας.

“Χαίρομαι διότι οι δύο λαοί μας κατάφεραν να αφήσουν πίσω την αντιπαράθεση και σήμερα χαιρόμαστε ένα πολύ υψηλό επίπεδο οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής συνεργασίας”, είπε και εξέφρασε ευγνωμοσύνη και ευχαριστίες προς την ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, για τη συμβολή τους στην επιτυχία αυτής της “ιστορικής συμφωνίας”, όπως τη χαρακτήρισε.

“Είμαι γεμάτος ελπίδα ότι όσα πετύχαμε σήμερα θα εδραιώσουν ακόμα περισσότερο της στρατηγική μας συνεργασία, γιατί τις τελευταίες δεκαετίες καταφέραμε να δημιουργήσουμε έναν πολύ γερό άξονα στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας, έναν άξονα σταθερότητας, ασφάλειας, ευημερίας και ανάπτυξης”, τόνισε.

Ολόκληρη η ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ως εξής:

«Αξιότιμε Πρωθυπουργέ, αγαπητέ Rumen, κυρία και κύριε Υπουργέ, φίλες και φίλοι, σήμερα θα έλεγα ότι θεμελιώνουμε κάτι πολύ βαθύτερο από μία απλή πολιτιστική ανταλλαγή.

Γιατί ο επαναπατρισμός σπουδαίων κειμηλίων της συλλογικής μνήμης, σε Ελλάδα και Βουλγαρία, μετατρέπει τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος σε “γέφυρες” ενός κοινού μέλλοντος.

Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και τη δύναμη που αποκτούν δύο γειτονικοί λαοί όταν επιλέγουν με τόλμη τον δρόμο του αμοιβαίου σεβασμού και της εμπιστοσύνης.

Έτσι, στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά, τολμώ να πω, και συναισθηματικής αξίας. Ιερές εικόνες και σταυροί, άμφια και λειψανοθήκες, ακόμα και ο εντυπωσιακός Επισκοπικός Θρόνος. Είναι κειμήλια τα οποία αποσπάστηκαν το 1917, μέσα στη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και από τις Μονές του Τιμίου Προδρόμου και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας.

Αρχικά, για να φιλοξενηθούν εδώ, σε αυτό το σπουδαίο Βυζαντινό Μουσείο, και στη συνέχεια να επιστρέψουν εκεί όπου ανήκουν, στις ιστορικές τους εστίες.

Την ίδια στιγμή η Αθήνα εκπληρώνει το δικό της χρέος, παραδίδοντας στη Σόφια τα λείψανα του Τσάρου Σαμουήλ και τα οστά από τέσσερις σαρκοφάγους που ανασκάφηκαν το 1964 από τον καθηγητή Μουτσόπουλο στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου.

Συγκινούμαι πάρα πολύ από την παρουσία της συζύγου του σήμερα σε αυτή την εκδήλωση.

Αυτά κρατήθηκαν και φυλάχθηκαν επί δεκαετίες από την ελληνική πολιτεία. Και στο εξής επιστρέφουν, αγαπητέ Rumen, στον λαό της Βουλγαρίας, ώστε να τιμηθούν στη χώρα του με τον τρόπο με τον οποίο εσείς οι ίδιοι θα θεωρήσετε ότι είναι ο πιο κατάλληλος.

Με τον τρόπο αυτόν ολοκληρώνεται μια διαπραγμάτευση η οποία ξεκίνησε πριν από μισό, περίπου, αιώνα. Αξίζει να θυμηθούμε ότι τις πρώτες συζητήσεις τις έκανε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στη δεκαετία του 1970, με τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας, τον Todor Zhivkov.

Χρειάστηκε, λοιπόν, όμως, να περάσει καιρός και κυρίως να υπάρξει η βούληση και η αποφασιστικότητα ώστε να ξεπεραστούν αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Γι’ αυτή τη θετική εξέλιξη θέλω να ευχαριστήσω τον Πρωθυπουργό της Βουλγαρίας και τις προηγούμενες κυβερνήσεις, με τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε, τα δύο Υπουργεία Πολιτισμού, τη διοίκηση και το προσωπικό του Βυζαντινού Μουσείου, που εργάστηκαν με αφοσίωση για να έρθει το σημερινό αποτέλεσμα.

Θέλω να τονίσω ότι αυτός ο δίαυλος της διμερούς συνεργασίας τώρα ανοίγει. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο από αυτό το οποίο ελπίζουμε ότι θα είναι μία ακόμα πιο στενή συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών για να επιστρέψουν και άλλα αντικείμενα στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία. Είναι κειμήλια τα οποία ενδιαφέρουν και τις δύο χώρες.

Αλλά αξίζει τον κόπο να σταθούμε σε αυτό το οποίο συμβαίνει σήμερα. Διότι δεν μπορούσε αυτό να επιτευχθεί επί πολλές δεκαετίες, που επικράτησε η ακινησία και η λογική, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων.

Έχουμε, λοιπόν, κάθε λόγο, αγαπητέ Rumen, να είμαστε αισιόδοξοι. Η πολιτιστική μας διπλωματία έχει αποδείξει ότι κινείται αθόρυβα αλλά και απολύτως παραγωγικά, κα Υπουργέ, κάτι το οποίο φάνηκε και στην περίπτωση του “θραύσματος Fagan” από τη Σικελία. Είναι μία φόρμουλα η οποία, θέλω να θυμίσω, επαινέθηκε από την ίδια την UNESCO. Θα συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση.

Πολύ περισσότερο σε μια εποχή, αγαπητέ Rumen, που η παγκόσμια κοινότητα ουσιαστικά επανεξετάζει τη διαχρονική της στάση απέναντι στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Πρόκειται για μια στροφή που συμπυκνώνει και η σημερινή πρωτοβουλία και στηρίζεται σε μία προφανή αρχή: ότι τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους και της αναπόσπαστης φύσης της ως συνόλου.

Είναι η ίδια ακριβώς αυτή αρχή, η αρχή της ακεραιότητας του μνημείου, που διαπερνά και τη συνεχή προσπάθειά μας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Γιατί αυτά δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες. Είναι τεκμήρια σε ζωντανή και αδιάρρηκτη σύνδεση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο που τα γέννησε. Όταν, λοιπόν, τα αποσπάς από εκείνο, ακρωτηριάζεις τελικά την ίδια τους την υπόσταση, αλλοιώνοντας βάναυσα την ιστορική αλήθεια.

Οφείλουμε, λοιπόν, όλοι να επανεκτιμήσουμε παλιές δοξασίες και βεβαιότητες.

Από την άλλη, θέλω για ακόμα μια φορά να είμαι σαφής: η ελληνική θέση δεν υπαγορεύεται από μια αόριστη εθνική διεκδίκηση ούτε θέτει υπό αμφισβήτηση την αποστολή των μουσείων σε όλο τον κόσμο.

Ο Παρθενώνας συνιστά μία μοναδική και μία αυτοτελή περίπτωση. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να “φυλακιστεί” στα όρια νομικών, τεχνικών ζητημάτων. Αφορά την αποκατάσταση της αισθητικής και νοηματικής ακεραιότητας ενός πραγματικά οικουμενικού μνημείου, το οποίο, δυστυχώς, παραμένει βίαια διαμελισμένο.

Με άλλα λόγια, τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να συνυπάρχουν και να εκτίθενται μαζί, διατηρώντας την άμεση οπτική επαφή με τον βράχο για τον οποίον σμιλεύτηκαν. Μια ανάγκη, άλλωστε, που ήρθε να υπηρετήσει το Μουσείο της Ακρόπολης.

Για τον λόγο αυτόν, θα επαναλάβω ότι η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς. Αντίθετα, θεωρεί πια ότι ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής.

Αγαπητέ μου Rumen, είναι αλήθεια ότι οι λαοί μας συνυπάρχουν σε αυτή τη γειτονιά εδώ και 15 και πλέον αιώνες, σε μια διαδρομή η οποία είχε και συγκρούσεις, είχε και διαιρέσεις, είχε και δοκιμασίες. Δεν ωραιοποιούμε την ιστορία, ούτε και πρέπει να τη διαγράφουμε.

Οφείλουμε, ωστόσο, να διδασκόμαστε από τις σκοτεινές της σελίδες, προκρίνοντας όσα μας ενώνουν: την κοινή πολιτιστική και θρησκευτική μας ρίζα, την αμοιβαία αναγνώριση της ταυτότητας του άλλου, αλλά κυρίως το κοινό μας αύριο σε μια Ευρώπη ανάπτυξης και ευημερίας.

Αν δεν κάνω λάθος, μια σοφή λαϊκή παροιμία σας λέει ότι “ο καλός γείτονας είναι πιο κοντινός και από τον αδερφό”. Αυτή, λοιπόν, πρέπει να γίνει η πυξίδα μας, κάνοντας τις διμερείς μας σχέσεις -που τολμώ να πω βρίσκονται ίσως στο καλύτερο σημείο που βρέθηκαν ποτέ- ακόμα πιο στενές, σε όλους τους τομείς: στο εμπόριο, στην ενέργεια, στον τουρισμό, στο περιβάλλον, στη διαχείριση των υδάτων και ασφαλώς και στον πολιτισμό.

Σε έναν κόσμο ταραγμένο, ας κάνουμε λοιπόν τη συνεργασία μας ένα παράδειγμα ασφάλειας, σταθερότητας και προόδου και τη σημερινή συμφωνία -το πρώτο βήμα, τονίζω- μια “σφραγίδα” σε αυτή την αισιόδοξη επιλογή. Ευχαριστώ και καλωσήρθες στη Θεσσαλονίκη».

«Χαίρομαι διότι οι δύο λαοί μας κατάφεραν να αφήσουν πίσω την αντιπαράθεση»

«Οι κοινές προσπάθειες μας επέτρεψαν να αφήσουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος και να δημιουργήσουμε μία σχέση αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας», επισήμανε ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Ρούμεν Ράντεφ, κατά την ομιλία του στην εκδήλωση για την υπογραφή του Πρωτοκόλλου για την ανταλλαγή κειμηλίων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας.

«Χαίρομαι διότι οι δύο λαοί μας κατάφεραν να αφήσουν πίσω την αντιπαράθεση και σήμερα χαιρόμαστε ένα πολύ υψηλό επίπεδο οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής συνεργασίας», είπε και εξέφρασε ευγνωμοσύνη και ευχαριστίες προς την ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, για τη συμβολή τους στην επιτυχία αυτής της ιστορικής συμφωνίας, όπως τη χαρακτήρισε.

«Είμαι γεμάτος ελπίδα ότι όσα πετύχαμε σήμερα θα εδραιώσουν ακόμα περισσότερο τη στρατηγική μας συνεργασία, γιατί τις τελευταίες δεκαετίες καταφέραμε να δημιουργήσουμε έναν πολύ γερό άξονα στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας, έναν άξονα σταθερότητας, ασφάλειας, ευημερίας και ανάπτυξης», τόνισε.


Πηγή

Ελέγξτε επίσης

Τραγωδία στις Σέρρες: Νεκρή 85χρονη μετά από φωτιά στο σπίτι της

Τραγωδία σημειώθηκε τα ξημερώματα στις Σέρρες καθώς 85χρονη εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις της μετά από …

Daily-News.GR